Πνευματικά

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ὁ ἐν Ἰωαννίνοις ἀθλήσας

πηγή: http://www.imioanninon.gr

† 17 Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Νοεμάρτυρα Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, τιμόμενου αγίου της ενορίας μας.

Άγιος Νοεμάρτυρας Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τό 1808 στό χωριό Τσούρχλι τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν (σήμερα φέρει τήν ὀνομασία Ἅγιος Γεώργιος) ἀπό γονεῖς πτωχούς, τόν Κωνσταντῖνο καί τή Βασίλω, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνταν μέ τή γεωργία. Λόγῳ τῆς πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του παρέμεινε ἀγράμματος∙ ἀνετράφη, ὅμως, «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Σέ μικρή ἡλικία, μόλις 8 ἐτῶν, ὀρφάνεψε καί ἔμεινε ὑπό τήν προστασία τοῦ μεγαλύτερου ἀδερφοῦ καί τῆς ἀδερφῆς του, πτωχῶν καί τούτων γεωργῶν. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆγε στά Ἰωάννινα, ὅπου ὁ Γεώργιος, ἔρημος καί άπροστάτευτος, προσκολλήθηκε σέ διάφορους ἀγάδες γιά να καταλήξει ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ τοῦ ᾿Ιμίν Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων, κοντά στόν ὁποῖο παρέμεινε γιά ὀκτώ χρόνια.

Ἀπολυτίκιον, Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τὸν πανεύφημον Μάρτυν Χριστοῦ Γεώργιον,
Ἰωαννίνων τὸ κλέος καὶ πολιοῦχον λαμπρόν,
ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἀνευφημήσωμεν·
ὅτι ἐνήθλησε στερρῶς, καὶ κατήνεγκεν ἐχθρόν,
τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει· καὶ νῦν ἀπαύστως
πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν Μαρτύρων ὁ κοινωνός,
καί λαμπρά προθήκη, καί ἰσότιμος ἀληθῶς·
χαίροις Νεομάρτυς, Γεώργιε θεόφρον,
τῆς Ἐκκλησίας ἄστρον, νέον καί ἐκλαμπρον.

Ὁ Ἀβδουλά εἶχε ὅλον τόν καιρό νά ἐκτιμήσει τόν ὑπηρέτη του ὡς ἁπλό, πρᾶο, ἄκακο, αὐθεντικό, ἠθικά ἀκέραιο. Τόν ἐμπιστεύτηκε καί τόν περιέβαλε μέ τή στοργή καί τήν ἀγάπη του, ἐνῷ τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐκτελεῖ ἀκώλυτα τά θρησκευτικά του καθήκοντα καί νά συχνάζει στούς ναούς τῶν Ἰωαννίνων.

Ἡ ὁλοφάνερη εὔνοια τοῦ Ἀβδουλᾶ πρός τόν χριστιανό Γεώργιο προκάλεσε τή ζηλοφθονία τῶν συνυπηρετῶν του, οἱ ὁποῖοι τόν ἀποκαλοῦσαν «γκιαβούρ Χασάν», δηλαδή ἄπιστο Χασάν. Ἔτσι, μέ τον καιρό καί τή συνήθεια ἑδραιώθηκε ἡ πίστη ὅτι ὁ Γεώργιος ἦταν μουσουλμάνος. Ὁ ἴδιος, βέβαια, παρέμενε στέρεος στήν ὁμολογία τῆς ἁγίας καί ἀμωμήτου πίστεως.

Τό 1836 ὁ Ἰμίν πασᾶς ἔγινε γιά δεύτερη φορά ἡγεμόνας τῶν Ἰωαννίνων. Μεταξύ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐπιτελείου του καί ὁ ἔμπιστός του Χατζή Ἀβδουλά μέ τόν δικό του ὑπομίσθιο, τόν Γεώργιο. Ἦταν τότε πού κάποιοι φίλοι του τόν παρακίνησαν νά ἀρραβωνιασθεῖ μιά νέα ἐνάρετη Γιαννιώτισσα, τήν Ἑλένη. Ἀλλά τήν ἡμέρα τῶν ἀρραβώνων τοῦ Γεωργίου καί τῆς Ἑλένης ἕνα σοβαρό ἐπεισόδιο σκίασε τό εὐτυχές γεγονός. Ἕνας Τουρκογιαννιώτης χότζας, γνωρίζοντας τόν ἱπποκόμο τοῦ Ἀβδουλᾶ καί στηριζόμενος περισσότερο στήν ὀνομασία του ὡς Γκιαούρ Χασάν παρά στήν πραγματικότητα, τόν κατέδωσε στόν μεχκεμέ (=δικαστήριο) ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατά τά προηγούμενα χρόνια καί ἐπανῆλθε στήν ὀρθόδοξη πίστη. Προσαχθείς στό κριτήριο ἀπολογήθηκε καί μέ πνευματική ἀνδρεία ὑποστήριξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Ὁ κατής, μαθαίνοντας ὅτι ὁ Γεώργιος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀνθρώπου ἰσχυροῦ κοντά στόν ἡγεμόνα, σκέφτηκε νά καλέσει καί τόν ἴδιο τόν Ἀβδουλά. Κατ’ ἄλλη μαρτυρία, ὁ Ἀβδουλά, μαθαίνοντας ὁ ἴδιος τήν περιπέτεια τοῦ ἱπποκόμου του, ἔσπευσε αὐτόκλητος στό δικαστήριο. Ἤλεγξε τότε ὀργισμένος τόν κατή λέγοντας ὅτι αὐτός γνώριζε πάντα ὅτι ὁ Γεώργιος δέν ἦταν μουσουλμάνος ἀλλά χριστιανός καί ὡς χριστιανός ἦταν ἀπερίτμητος. Μετά ἀπό αὐτά, καί ἐπειδή τόν βρῆκαν καί ἀπερίτμητο, τόν ἄφησαν ἐλεύθερο καί καταχώρησαν τό ὄνομά του στόν κώδικα τῶν χριστιανῶν.

Ἀργότερα, ὁ Γεώργιος νυμφεύθηκε τήν ῾Ελένη. Οἱ μαρτυρίες γιά τόν χρόνο τέλεσης τῶν γάμων τοῦ Γεωργίου καί τῆς Ἑλένης δέν συμπίπτουν. Κατ’ ἄλλους οἱ γάμοι τελέσθηκαν τόν Αὔγουστο τοῦ 1836, κατ’ ἄλλον τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 καί κατ’ ἄλλους τόν Ἰανουάριο τοῦ 1837.

Ἕνα περίπου μήνα μετά τό γάμο του ὁ Γεώργιος ἔφυγε ἀπό τά Γιάννινα καί ἐπέστρεψε τόν Ἰούνιο τοῦ 1837.

Κατόπιν, ὁ ἅγιος προσκολλήθηκε, ὡς ἱπποκόμος πάντα, στόν μουσελίμη τῶν Φιλιατῶν, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε κατά τά τέλη Δεκεμβρίου, ἡμέρα Τετάρτη. Ξημερώνοντας, ἡ Ἑλένη γέννησε ἀγόρι. «Ἐχάρη ὁ εὐλογημένος ὅτι ἠξιώθη νά γίνῃ πατήρ» καί ζήτησε ἀπό τόν κύριό του τήν ἄδεια νά παραμείνει στά Ἰωάννινα γιά μερικές ἡμέρες, ὥστε νά παραστεῖ καί στή βάφτιση τοῦ γιοῦ του.

Ἡ βάφτιση τοῦ νεογέννητου ἔγινε στίς 7 Ἰανουαρίου 1838, ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ὁ νεοφώτιστος ἔλαβε τό ὄνομα Ἰωάννης.

Τή Δευτέρα, 10 Ἰανουαρίου 1838, ὁ μουσελίμης τῶν Φιλιατῶν ἀνεχώρησε ἀπό τά Ἰωάννινα, γιά νά ἐπιστρέψει στήν ἕδρα του. Ὁ Γεώργιος προτίμησε αὐτή τή φορά νά μήν ἀκολουθήσει τόν κύριό του, ἀλλά νά παραμείνει στά Ἰωάννινα, κοντά στήν οἰκογένειά του.

Τήν Τρίτη, 11 Ἰανουαρίου 1838, «ἔλαβε οἱονεί προαίσθησιν τοῦ στεφανίτου ἀγῶνος του». Ὁ Γεώργιος παραδόθηκε σ’ ἕνα ἰσοθάνατο, ὁλοήμερο ὕπνο. Πολλές φορές προσπάθησαν νά τόν ξυπνήσουν, ἄλλ’ ὁ ἅγιος δέν αἰσθανόταν τό παραμικρό. Ξύπνησε, τελικά, ἀργά τό βράδυ.

Τήν Τετάρτη, 12 Ἰανουαρίου, ὁ Γεώργιος ζήτησε ἀπό τή γυναίκα του τά καλά του ἐνδύματα καί ξεκίνησε γιά τήν ἀγορά πρός ἀναζήτηση ἐργασίας. Καταγράφεται ὅτι τρείς φορές γύρισε πίσω για νά χαιρετήσει τή γυναίκα του καί τόν νεογέννητο, νεοφώτιστο γιό του. Κάποια ἐνόραση  καθοδηγοῦσε πλέον τόν Γεώργιο. Ἡ πορεία του πρός τό μαρτύριο ἄρχιζε…

Κατευθύνθηκε στήν πλατεῖα τοῦ Πλατάνου (σημ. Πλατεῖα Γεωργίου Σταύρου), στό Γυαλί καφενέ. Ἐκεῖ τόν ἅρπαξε ὁ χότζας πού τόν εἶχε κατηγορήσει καί στό παρελθόν, φωνάζοντάς του ὅτι ἐμπαίζει τή μουσουλμανική θρησκεία. Οἱ φωνές τοῦ χότζα συγκέντρωσαν πολύ κόσμο, μουσουλμάνους καί χριστιανούς. Ὁ Γεώργιος παρακάλεσε τόν Χότζα νά τόν ἀφήσει ἀλλά μάταια. Ἀκόμα καί ὁ ἀδελφός τῆς Ἑλένης, ὁ Ἀλέξιος, πού τυχαῖα διερχόταν ἀπό τόν τόπο τῆς σύλληψης, προσπάθησε ἀνεπιτυχῶς νά ἀποσπάσει ἀπό τά χέρια τοῦ φανατικοῦ χότζα τόν γαμβρό του.

Τό ἐπεισόδιο ἐκτυλισσόταν ἀπέναντι ἀπό τό σπίτι τοῦ Νταούτ πασᾶ, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τό θόρυβο καί τήν ταραχή πού εἶχε δημιουργηθεῖ ἔστειλε ἀνθρώπους του νά ὁδηγήσουν τόν Γεώργιο ἐνώπιόν του. Ὁ Γεώργιος ἐξακολουθοῦσε νά ὁμολογεῖ θαρραλέα: «Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός εἶμαι καί χριστιανός πεθαίνω». Τότε ὁ παριστάμενος μπουλούκμπασης ἔδωσε ἐντολή νά δέσουν τά χέρια τοῦ Γεωργίου καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν μεχκεμέ. Ὁ δικαστής ἀναγνώρισε τόν ἅγιο ἀπό τήν πρώτη του ἐμφάνιση στό δικαστήριο καί προσπάθησε μέ διάφορους τρόπους νά τόν ἐκβιάσει νά ἀλλαξοπιστήσει. Ὁ Γεώργιος παρέμεινε, ὅμως, σταθερός στήν πίστη του καί ὁδηγήθηκε στή φυλακή.

Ὁ τότε Μητροπολίτης Ἰωαννίνων, Ἰωακείμ ὁ Χῖος, μόλις πληροφορήθηκε τά διαδραματισθέντα, ἔσπευσε στόν μεχκεμέ (δικαστήριο) πρῶτα καί κατόπιν στό Διοικητήριο ζητώντας τήν ἀπόλυση τοῦ Γεωργίου, ἀλλά οἱ λόγοι του δέν ἔπιασαν τόπο.

Τό πρωΐ τῆς Πέμπτης ὁ Γεώργιος ὁδηγεῖται καί πάλι στό δικαστήριο. Ὁ δικαστής μετέρχεται τώρα κολακεῖες καί νουθεσίες καί ὑποσχέσεις γιά νά πείσει τόν Γεώργιο νά ἐξομόσει μέ ἀντάλλαγμα ὑψηλά ἀξιώματα. Ὁ Γεώργιος φώναζε μόνο: «Χριστιανός εἶμαι».

Οἱ Μουσουλμάνοι μαίνονται, μαστιγώνουν ἀνελέητα τόν Γεώργιο καί τόν ξανακλείνουν στή φυλακή. Ἀσφαλίζουν τά πόδια του στη φοβερή ποδοκάκη. Βάζουν βαριά πέτρα στό στῆθος του, τόν πιέζουν ποικιλοτρόπως νά ἐξομόσει. Παρά τά πολυειδῆ μαρτύρια ὁ Γεώργιος κοιμήθηκε γαλήνιος.

Ἡ Παρασκευή πέρασε γιά τόν Γεώργιο ἐν μέσῳ πολυειδῶν βασάνων: βραστό λάδι, πυρακτωμένα περόνια στά ἀπόκρυφα μέλη του, ἀκίδες στά νύχια του.

Ξημερώνοντας Σάββατο ὁδηγεῖται πάλι στόν κατή. Πλῆθος φανατικῶν Ὀθωμανῶν ἔχουν συγκεντρωθεῖ ἔξω ἀπό τό δικαστήριο, ὅπου τοῦ ἔθεσαν τό δίλημμα ἤ νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του καί νά λάβει ἐπιβράβευση ἤ νά παραμείνει πιστός καί νά θανατωθεῖ. Ὁ Γεώργιος ἔδειξε ἀνδρεία ψυχή καί ὁμολόγησε εὐθαρσῶς μπροστά σέ ὅλους τους ἀσεβεῖς πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ: «Χριστιανός ἤμουν ἀπ’ τήν ἀρχή, χριστιανός εἶμαι καί θα εἶμαι μέχρι τήν τελευταία μου πνοή». Τρείς φορές εἰσήχθη στόν κριτή καί τρείς φορές ἐξήχθη παραμένοντας σταθερός στήν ὁμολογία του. Τότε δόθηκε ἡ ἀπόφαση γραμμένη ἀπό τό χέρι τοῦ κριτῆ νά θανατωθεῖ.

Ὑπέρ τοῦ Γεωργίου παρενέβησαν καί οἱ μητροπολῖτες Ἰωαννίνων, Ἄρτης καί Γρεβενῶν, καθώς καί προύχοντες τῆς πόλεως καί συγγενεῖς του, χωρίς ἀποτέλεσμα.

Τόσο οἱ ἀρχιερεῖς ὅσο καί κάποιοι ἄλλοι Ἰωαννῖτες δέν παρέλειπαν νά στέλνουν ἀνθρώπους στό δεσμωτήριο προκειμένου νά στηρίξουν τόν Γεώργιο. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες τῶν συγκρατουμένων καί τῆς ἰδίας τῆς συζύγου του, τῆς Ἑλένης, ὁ Γεώργιος ἦταν ἠρεμώτατος.

Στίς 17 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίσθηκε στό Κουρμανιό, περιοχή τῆς ἀγορᾶς κοντά στήν κεντρική πύλη τοῦ φρουρίου, καί δέχθηκε ἀπό τόν Σταυρωθέντα Κύριο τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ἀπό τή νύχτα ἐκείνη καί ἐνόσῳ τό σκήνωμα τοῦ νεομάρτυρα παρέμενε στήν ἀγχόνη, φῶς ἐν εἴδει στεφάνου κατέβαινε στήν κεφαλή τοῦ Αγίου.

Τό σκήνωμα τοῦ ἁγίου παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τήν Τετάρτη, 19 Ἰανουαρίου, καί κατόπιν δωρήθηκε ἀπό τόν Μουσταφά πασᾶ στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ (ἤ ἐξαγοράστηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη σύμφωνα μέ ἄλλη μαρτυρία) καί μεταφέρθηκε στόν δεύτερο ἐξώστη τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Ἐκεῖ τόν σαβάνωσαν καί τόν κατέβασαν στό μέσον τοῦ νεότευκτου τότε ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ὅπου ἀνέμεναν οἱ μητροπολῖτες Ἰωαννίνων, Ἄρτης καί Γρεβενῶν, τό ἱερατεῖο τῆς πόλεως καί πλῆθος χριστιανῶν. Μετά τό τέλος τῆς πάνδημης ἐντάφιας ἀκολουθίας, ἡ σορός μεταφέρθηκε καί κατατέθηκε σέ τάφο κοντά στή δυτική πύλη τοῦ ἱεροῦ βήματος.

Μετά τό μαρτύριο καί τήν ταφή τοῦ Γεωργίου ἕνας καταιγισμός θαυμάτων πλημμύρισε τήν πόλη. Πλῆθος παραλύτων καί πασχόντων ἀπό ποικίλες ἀσθένειες προστρέχοντας στόν ἅγιο λάμβαναν τή θεραπεία τους. Ἀκόμη καί «μιά Τούρκα (Τουρκάλα) ἄρπαξε τήν κάλτσα ἀπό τό πόδι τοῦ ἁγίου καί ἔτρεξεν εἰς μίαν ἄρρωστη Τούρκα, ἥτις ἐθεραπεύθη ἀμέσως». Γι’ αὐτό καί στίς εἰκόνες ὁ ἅγιος εἰκονίζεται κρεμασμένος καί φορώντας κάλτσα μόνο στό ἕνα πόδι. Ἡ πρώτη μάλιστα εἰκόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις μέρες μετά τό μαρτύριό του.

Ἔτσι, ἡ ἁγιότητα τοῦ Γεωργίου ἐπεβλήθηκε ἀμέσως στή συνείδηση τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος καί ἡ ἁγιοκατάταξή του ἔγινε ἐντός περίπου δεκαεννιά μηνῶν άπό τό μαρτυρικό θάνατο καί τήν ταφή του.

Στίς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τά ὁποῖα ἐναπετέθησαν σέ λάρνακα, πού κατετέθηκε στό νεόδμητο ναό τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τῆς πόλεως Ἰωαννίνων, στήν πλατεῖα Πάργης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ», Ἐκδοθέν προνοίᾳ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἰωαννίνων κυροῦ Σεραφείμ, ἐν Ἀθήναις (1968).
  2. Κων/νου Βλάχου, «Βίος τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις», Ἰωάννινα (2010).
Ανακοινώσεις · Πνευματικά

Σεβ Μητροπολίτης Κλεόπας για το μήνυμα των Θεοφανείων

Θεοφάνεια!

Σήμερα γιορτάζουμε την αυτοαποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον Ιορδάνη, σε συνέχεια της αυτομείωσης του Χριστού, δηλαδή ότι καταδέχτηκε να βαπτιστεί, αν και ήταν αναμάρτητος, προκειμένου να σώσει και τον πιο αμαρτωλό από μας.Η ταπείνωση του Χριστού είναι αυτή που προκαλεί τη δημόσια εμφάνιση της Αγίας Τριάδος κι επιτρέπει στον καθένα μας, να κατανοήσει το μυστήριο της οντολογικής συμπληρωματικότητας, ότι δηλαδή η θεϊκή παντοδυναμία και η ανθρώπινη αδυναμία αποτελούν οντολογικά συμπληρωματικά μεγέθη, γι᾽ αυτό κι ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος θεός κατά χάριν.Αφού εορτάζουμε τα Θεοφάνεια, ας αναλογιστούμε το ρόλο μας ως βαπτισμένοι Χριστιανοί. Το βάπτισμα που μας προσέφερε ο Χριστός προϋποθέτει εκ μέρους μας την άρνηση της άρνησης του Θεού, που πραγματοποίησαν οι Πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο, υιοθετώντας την εσφαλμένη άποψη ότι θα μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς το Θεό.Ας μάθουμε, να συν-υπάρχουμε, να συν-δημιουργούμε, να συν-οραματιζόμαστε.

Χρόνια πολλά, αδελφοί μου, και θείο φωτισμό!

† ο Μητροπολίτης Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας Κλεόπας

Πνευματικά

Άγιος Σάββας (ο Ηγιασμένος)

πηγή https://religious.gr

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Τα πρώτα χρόνια

Ο όσιος Σάββας γεννήθηκε το έτος 439 μ.Χ. σε ένα χωριό που ονομαζόταν Μουταλάσκη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Η μητέρα του ονομαζόταν Σοφία και ο πατέρας του, που ονομαζόταν Ιωάννης, ήταν στρατιωτικός. Ο μικρός Σάββας αναγκάστηκε να αποχωριστεί τους γονείς του πολύ σύντομα, λόγω του στρατιωτικού επαγγέλματος του πατέρα του, και όταν έγινε πέντε χρονών οι γονείς του μετακόμησαν στην Αλεξάνδρεια και εμπιστεύτηκαν τον γιο τους στον αδελφό του πατέρα του που ονομαζόταν Ερμείας. Επειδή ο Ερμείας τον υπεραγαπούσε, για να τον γλιτώσει από τη σύζυγό του που ήταν αυταρχική και πολύ συχνά ξέσπαγε πάνω στον μικρό Σάββα, τον μετέφερε στο σπίτι του άλλου του αδελφού του Γρηγορίου. Εκεί άρχισε να πηγαίνει στο σχολείο, ήταν από μικρός φιλομαθής και ενάρετος και μάλιστα του άρεσε να επισκέπτεται τακτικά το σπίτι του ιερέα του χωριού του , όπου έπαιζε με τα παιδιά του ιερέα, ενώ, μετά από λίγο καιρό είχε και κάποια μικρή υπηρεσία μέσα στο Ναό που του ανέθεσε ο ιερέας.

Η μονή των Φλαβιανών

Πολύ κοντά στην Μουταλάσκη, υπήρχε ένα ανδρικό μοναστήρι που ονομαζόταν Μονή των Φλαβιανών. Ο ιερέας που συμπαθούσε τον μικρό Σάββα πήγαινε συχνά στο μοναστήρι αυτό και μάλιστα έπαιρνε μαζί του και τον Σάββα. Με το καιρό ο Σάββας και ενώ ήταν οκτώ χρονών ζήτησε από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον κάνει μοναχό. Πράγματι μετά και από την συγκατάθεση των θείων του ο νεαρός Σάββας έγινε μοναχός. Στην μοναχική ζωή ο Σάββας αποδείχτηκε πιο σοφός από πολλούς γέροντες που ζούσαν χρόνια στο μοναστήρι. Περιφρονούσε τα υλικά αγαθά και νήστευε για πολλές μέρες.

Πάντα ήθελε να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα για να δει τον τόπο που πέρασε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Έτσι αποφάσισε να ζητήσει από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον ευλογήσει και να φύγει. Ο ηγούμενος από την άλλη επειδή συμπαθούσε πολύ τον άγιο δεν έδινε την άδεια του για να φύγει, Ο Θεός όμως έστειλε έναν Άγγελό του ο οποίος είπε στον ηγούμενο:

– “Άφησε τον Σάββα να πάει όπου επιθυμεί”.

Το άλλο πρωί ο ηγούμενος έδωσε άδεια στον Σάββα για να αναχωρήσει και μάλιστα τον ευλόγησε.

Στα Ιεροσόλυμα

Έτσι σε ηλικία δεκαοχτώ ετών ο άγιος Σάββας πήγε στα Ιεροσόλυμα. Στην Ιερά Μονή Πασαρίωνος ζούσε ένας γέροντας που καταγόταν από την Καππαδοκία. Μόλις άκουσε την άφιξη του νεαρού μοναχού Σάββα, τον προσκάλεσε και τον φιλοξένησε. Η φήμη του ήταν τέτοια που μοναχοί από άλλα μοναστήρια έρχονταν για να τον συναντήσουν. Ο ίδιος όμως αναζητούσε να πάει στην έρημο. Παράλληλα έμαθε ότι υπήρχε στην περιοχή ο άγιος Ευθύμιος που ήταν γνωστός για την αρετή του και την σοφία του. Ζήτησε λοιπόν από τον άγιο Ευθύμιο να τον δεχθεί στην Λαύρα. Επειδή όμως ήταν νεαρός, τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο του Αγίου Θεόκτιστου, όπου θα έμενε συνολικά δέκα έτη. Άριστος μαθητής του ασκητισμού ο άγιος Σάββας ονομάστηκε από τον άγιος Ευθύμιο “Παιδαριογέροντας”. Ο διάβολος όμως που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να πειράξει τον άγιο Σάββα, προσπαθούσε να σταματήσει τον ασκητικό ζήλο του αγίου με πολλούς τρόπους. Έτσι κάποιος μοναχός που ονομαζόταν Ιωάννης, όταν πέθαναν οι γονείς του ζήτησε άδεια από τον Θεόκτιστο να πάει στην Αλεξάνδρεια για να τακτοποιήσει τις κληρονομικές του υποθέσεις. Ζήτησε να τον συνοδεύσει μάλιστα ο άγιος Σάββας. Ο Θεόκτιστος πράγματι έδωσε την άδεια του και οι δύο μοναχοί πήγαν στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο άγιος Σάββας συνάντησε τους γονείς του οι οποίοι μόλος τον είδαν προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από τον μοναχικό βίο. Με την παρουσία των γονέων του ο διάβολος θέλησε να παρασύρει τον άγιο αλλά μάταια.

“Αν θέλετε να είστε γονείς μου μην προσπαθείτε να με βγάλετε από τον μοναχικό βίο που έχω πολύ καιρό επιλέξει”.

Ο ερημίτης

Όταν ο άγιος Σάββας βρίσκεται σε ηλικία τριάντα χρονών είναι πια δοκιμασμένος στην μοναστική ζωή. Σε αυτή λοιπόν την ηλικία θέλησε να αναχωρήσει για την έρημο. Στο μεταξύ ο Θεόκτιστος πέθανε και ο άγιος Ευθύμιος επέλεξε στη θέση του τον Λογγίνο. Από τον Λογγίνο λοιπόν ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για την έρημο. Εκείνος ζήτησε αμέσως τον γνώμη του αγίου Ευθυμίου ο οποίος και συναίνεσε και έτσι ο Λογγίνος του έδωσε την άδεια και την ευλογία του. Ο άγιος Σάββας βρήκε μία σπηλιά που  βρισκόταν νότια του μοναστηριού και κατοικούσε χωρίς να τρώει όλη την εβδομάδα εκτός του Σαββάτου, όπου πήγαινε στον μοναστήρι και την Κυριακή επέστρεφε στην σπηλιά του. Ο άγιος Ευθύμιος συγκινήθηκε από την συμπεριφορά αυτή του αγίου και τον πήρε στη συνοδεία του μαζί με τον Δομετιανό, με τον οποίο και ασκήτευαν. Κάθε χρόνο μετά τα Θεοφάνεια οι τρεις τους πήγαιναν στην έρημο και έμεναν εκεί έως και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η διαδρομή που ακολούθησαν ήταν μέσα από την καυτή άμμο και χωρίς νερό πουθενά στο διάβα τους. Κάποια στιγμή λοιπόν ο άγιος Σάββας έπεσε κάτω και φαινόταν σαν να πέθανε. Ο άγιος Ευθύμιος βλέποντας τον άγιο Σάββα να χάνει τις αισθήσεις του και να βρίσκεται πεσμένος στη γη προσευχήθηκε λέγοντας:

– “Δέσποτα Κύριε ευσπλαχνίσου τον δούλον Σου και δώσε μας νερό για να μην πεθάνει”.

Αμέσως μετά ο άγιος Ευθύμιος χτύπησε τρεις φορές τη γη. Βγήκε δροσερό και πόσιμο νερό που ήπιε ο άγιος Σάββας και συνέχισαν την πορεία τους. Μετά την κοίμηση του αγίου Ευθυμίου, αποσύρεται στην έρημο του Ιορδάνη όπου ασκητεύει τότε και ο Μέγας Γεράσιμος. Εκεί λοιπόν ο άγιος Σάββας πειραζόταν από τον διάβολο συνεχώς. Κάποια μέρα μάλιστα που είχε ξαπλώσει για να ξεκουραστεί είδε να τον περιτριγυρίζουν φίδια και σκορπιοί. Κατάλαβε αμέσως ότι ήταν του διαβόλου και αφού προσευχήθηκε εξαφανίστηκαν. Άλλη μέρα πάλι είδε μπροστά του ένα τεράστιο λιοντάρι να βρυχάται και να τον απειλεί ότι θα τον καταβροχθίσει. Ο άγιος βλέποντας το θέαμα και ξέροντας τα παιχνίδια του διαβόλου είπε:

– “Αν έχεις εξουσία από τον Θεό εναντίον μου, να ξέρεις ότι είμαι έτοιμος να με φας. Αν όχι να ξέρεις ότι άδικα βρυχάσαι και με τη δύναμη του Κυρίου μπορώ να σε κατατροπώσω”.

Μετά από αυτά τα λόγια το λιοντάρι εξαφανίστηκε.

Σε ηλικία σαράντα ετών ο άγιος εγκαταστάθηκε σε μία μικρή σπηλιά κοντά σε μια πηγή νερού την οποία ονόμαζαν επτάστομο. Έτρωγε μόνο χόρτα, ενώ κατά θεία βούληση κάποιοι Αγαρηνοί του έφερναν τροφή. Εκεί έμεινε ο άγιος πέντε χρόνια προσευχόμενος, ενώ η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται παντού. Άρχισαν να καταφθάνουν στο μέρος εκείνο πολλοί ευλαβείς άνθρωποι και μάλιστα τόσοι πολλοί που χρειάστηκε να κατασκευαστεί Λαύρα και να καλλιεργηθεί η γη για να μπορούν όσοι καταφθάνουν να φιλοξενούνται εκεί. “Επειδή οι γύρω αναχωρητές ζήτησαν να τεθούν υπό την χειραγωγία του, άρχισε να οικοδομεί κελιά στην δεξιά πλευρά του χειμάρρου. Ήταν από τα πρώτα, της μέχρι σήμερα ονομαστής Λαύρας. Έπειτα έκτισε εκκλησία, που την ονόμασε “θεόκτιστο”, επειδή η κοιλότητα του βράχου, μέσα στην οποία χτίστηκε, φαινόταν σαν κατασκευασμένη από θείο χέρι. Σ’ αυτήν ετελείτο τα Σαββατοκύριακα η λειτουργία, οσάκις υπήρχε ιερέας”.

Ο τόπος των δαιμόνων

Την εποχή που ζούσε ο άγιος Σάββας, πολύ μακρυά από το Μοναστήρι της Λαύρας, υπήρχε κάποιο βουνό που ονομαζόταν Καστέλλι. Το Καστέλλι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων αφού ήταν φωλιά δαιμόνων. Κανείς άνθρωπος δεν πλησίαζε στο Καστέλλι γιατί υπήρχαν αμέτρητοι δαίμονες που έκαναν άγριους θορύβους και τρομοκρατούσαν τον τόπο. 

Ο άγιος όμως που το πληροφορήθηκε αποφάσισε να πάει στο Καστέλλι και να διαβεί από εκεί που οι δαίμονες είχαν “απαγορεύσει” την είσοδο ανθρώπου. Κάποια στιγμή λοιπόν ξεκίνησε για το βουνό. Είχε πάρει μαζί του λάδι από του Αγίους Τόπους για βοήθεια και φθάνοντας κοντά στον άγριο βουνό άρχισε να ραντίζει με αυτό τη γη από όπου περνούσε, ενώ σε όλη τη διαδρομή προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια. Μόλος οι δαίμονες αντιλήφθηκαν την παρουσία του θέλησαν να τον τρομάξουν και εξαπέλυσαν άγριες επιθέσεις εναντίον του. Λέγεται ότι την ώρα που βρισκόταν στο βουνό, αυτό τρανταζόταν από φοβερούς αέρηδες και μαζί του συνταρασσόταν και όλη η τριγύρω περιοχή. Ο άγιος αντίκρυσε μπροστά του τις απόκοσμες μορφές που έπαιρναν οι δαίμονες με σκοπό να τον τρομάξουν. Οι ήχοι που έβγαζαν ακούγονταν πολύ μακριά, ενώ ο ίδιος ο άγιος έμενε ατάραχος και σταθερός. Βλέποντας λοιπόν οι δαίμονες την σταθερότητά του και την αφοβία του, σταμάτησαν. Μάλιστα αφού κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να αποτρέψουν τον άγιο και να τον διώξουν άρχισαν να παραδέχονται ότι οι δυνάμεις τους ήταν λίγες μπροστά στον άγιο και του έλεγαν:

– “Δεν σου έφτανε Σάββα η σπηλιά, η πέτρα, ο χείμαρρος; Δεν σου έφθανε η τεράστια έρημος που κατοίκησες και περπάτησες; Γιατί ήρθες στο βουνό μας; Ήρθες να μας βγάλεις από το σπίτι μας έχοντας σύμμαχό σου και προστάτη σου τον Θεό. Νσα μάθεις λοιπόν ότι εμείς αποφασίσαμε να φύγουμε από εδώ”. Στην συνέχεια ακούστηκε αλαλαγμός και κραυγές. Τρομεροί κρότοι συντάραξαν την περιοχή και οι κάτοικοι των τριγύρω περιοχών νόμιζαν ότι κάπου εκεί κοντά διεξαγόταν ένας πόλεμος. Βράδυ έφυγαν λοιπόν οι δαίμονες από το Καστέλλι και το πρωί κάποιοι από τους ποιμένες που ήταν κοντά στο βουνό ξεκίνησαν να πάνε να δουν τι είχε συμβεί όλη αυτή τη φοβερή νύχτα που δεν έκλεισαν μάτι από τον φόβο τους. Μόλις έφθασαν κοντά στο σημείο που βρισκόταν ο άγιος, ταραγμένοι καθώς ήταν έκατσαν κοντά του για να τους εξηγήσει τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα. Ο άγιος τους καθησύχασε και άρχισε να ψέλνει την ευχή ενάντια στα πονηρά πνεύματα. 

Μάλιστα στο σημείο εκείνο έκτισε και ένα μοναστήρι όπου προσήλθαν πάρα πολλοί ασκητές.

Η φιλανθρωπία του

Όταν στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων πατριάρχης ήταν ο Ηλίας, ο άγιος Σάββας ήταν υπόδειγμα φιλανθρωπικής και κοινωνικής προσφοράς για τους συνανθρώπους του. Προσπαθούσε πάντα να βρίσκει τρόπους ώστε να βοηθάει αποτελεσματικά τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους συνανθρώπους της περιοχής του. Σε δική του πρωτοβουλία οφείλεται το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν μοναστήρια, νοσοκομεία, υδραγωγεία, αρτοποιεία και άλλα που ήταν χρήσιμα για την περίθαλψη, την προστασία, και την ψυχική και πνευματική υγεία. Όλοι οι φτωχοί της περιοχής του αλλά και από άλλες περιοχές που μάθαιναν για την ύπαρξη του αγίου πρόστρεχαν στα μέρη που διάβαινε με σκοπό να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους και την αγάπη τους, για όλα αυτά που έκανε για εκείνους.

Οι ληστές που τον αγάπησαν

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και η καινούργια κατοικία του άρχισε να γίνεται γνωστή. Πολλοί μοναχοί που έμαθαν που κατοικεί ο άγιος έτρεξαν κοντά του. Από τους πρώτους που βρέθηκαν κοντά του ήταν κάποιος που ονομαζόταν Βασίλειος. Ο Βασίλειος ήταν ένας πλούσιος νέος που με παραδειγματική ταπείνωση παραδόθηκε στην υπακοή του άγιου. Μια νύχτα, που βρίσκονταν στην σπηλιά, τους κύκλωσαν κάποιοι ληστές με σκοπό να τους πάρουν ότι χρήματα είχαν επάνω τους. Αφού τους έψαξαν και δεν βρήκαν καθόλου χρήματα τους άφησαν και έφυγαν. Μπορεί να ήταν ληστές αλλά όπως όλοι όσοι συναντούσαν τον άγιο, θαύμασαν την αγιότητά του. Συζητούσαν φεύγοντας για τον άγιο όταν ξαφνικά τους ζώσουν άγρια λιοντάρια που είναι έτοιμα να τους κατασπαράξουν. Ξέρουν ότι είναι κοντά στον θάνατο και επικαλούνται το όνομα του αγίου:

– “Με τις ευχές του μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψετε”.

Τότε τα λιοντάρια αλλάζουν κατεύθυνση και απομακρύνονται από κοντά τους. Οι ληστές γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, επιστρέφουν πίσω για να τον συναντήσουν και για να του αναφέρουν εκείνο που είχε συμβεί κατά την αναχώρησή τους.

Από το περιστατικό αυτό και μετά η φήμη του αγίου απλώθηκε παντού και επειδή καταλάβαινε ότι τον επαινούσαν και του έδειχναν τον θαυμασμό τους, έφυγε από το μοναστήρι. Δεν άφησε πίσω του καμία εκκρεμότητα, αφού οι πολλοί μοναχοί που είχαν συγκεντρωθεί θα έπρεπε να έχουν κάποιον να τους καθοδηγεί. Έτσι έκανε ηγούμενό τους κάποιον μοναχό που ονομαζόταν Ταράσιος και αναχώρησε για την έρημο.

Οι αμετανόητοι συκοφάντες

Ο άγιος βρισκόταν και πάλι μόνος να προσεύχεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στην έρημο. Οι μοναχοί, οι οποίοι με την συμπεριφορά τους ουσιαστικά είχαν διώξει τον άγιο από το Μοναστήρι της Λαύρας, εξακολουθούσαν να σπέρνουν από εδώ και από εκεί συκοφαντίες εις βάρος του. Έφτασαν μάλιστα στο ελεεινό σημείο να διαδώσουν σε όλα τα μοναστήρια ότι τον γέροντα μοναχό Σάββα τον είχαν φάει τα θηρία. Οι περισσότεροι βέβαια που άκουγαν τις διαδόσεις πίστεψαν, ότι ο άγιος δεν ζούσε πια. Μάλιστα οι ίδιοι οι συκοφάντες του αγίου τόλμησαν να πάνε στον πατριάρχη των Ιεροσολύμων και  του είπαν:

– “Άγιε Δέσποτα, συμβαίνει κάτι φοβερό. Τον ηγούμενό μας τον γέροντα Σάββα τον έφαγαν τα θηρία κοντά στην Νεκρή Θάλασσα. Έτσι μετά από αυτό θα θέλαμε ένα καινούργιο ηγούμενο”.

Ο πατριάρχης όμως έχοντας γεμίσει απορία για την απώλεια ενός ανθρώπου του Θεού τους είπε:

– “Δεν πιστεύω ότι ο Θεός άφησε έναν γέροντα τέτοιο άγιο άνδρα να τον κατασπαράξει ένα θηρίο”.

Οδεύοντας προς τον Κύριο

Ο άγιος Σάββας τον χειμώνα του έτους 533 μ.Χ., αρρώστησε, ενώ ήταν ήδη 94 ετών. Μετά από λίγες ημέρες ο Κύριος τον ειδοποιεί, ότι θα τον πάρει κοντά Του. Ο άγιος φεύγει λοιπόν από τα Ιεροσόλυμα, όπου είχε πάει μετά από την επιμονή του πατριάρχη Πέτρου, για να καλυτερεύσει η υγεία του, και επιστρέφει στο μοναστήρι. Εκεί θα παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο. Στην κηδεία του συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Ανάμεσά στους πολλοί κληρικοί, μοναχοί και βέβαια ο ίδιος ο Πατριάρχης με συνοδεία αρχιερέων. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Λαύρας.

Το Ιερό Λείψανο

Το ιερό Λείψανο του αγίου Σάββα βρισκόταν στην Ιερά Μονή της Λαύρας, τον καιρό της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μετά το συναντάμε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την εποχή των λατίνων σταυροφόρων, του 13ου αιώνα, στη Βενετία. Το 1965 το ιερό λείψανο δόθηκε από την Παπική Εκκλησία στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο. Μάλιστα στις 25 Οκτωβρίου 1965 πέρασε από το αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα το αεροπλάνο που μετέφερε το ιερό λείψανο του αγίου. Στο αεροπλάνο ανέβηκαν και προσκύνησαν το ιερό λείψανο από τους πρώτους και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Β’. Μάλιστα την επόμενη ημέρα το αεροπλάνο προσγειώθηκε στα Ιεροσόλυμα, όπου το ιερό λείψανο υποδέχθηκαν με τιμές και μεγάλη ευλάβεια ο κλήρος και ο λαός. Τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό του Παναγίου Τάφου για προσκύνημα και μερικές μέρες αργότερα τοποθετήθηκε στο μοναστήρι του.

Πνευματικά

Η Μεγαλομάρτυς Αγία Αικατερίνη

Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης
Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν,
Αικατερίναν την Θείαν και πολιούχον Σινά,
την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι
εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς
των ασεβών τού Πνεύματος τή μαχαίρα,
και νυν ως μάρτυς στεφθείσα,
αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

Κοντάκιο της Αγίας Αικατερίνης
Χορείαν σεπτήν ενθέως, φιλομάρτυρες, εγείρατε νυν
γεραίροντες την πάνσοφον Αικατερίναν. Αύτη γαρ
εν σταδίω τον Χριστόν εκήρυξε και τον όφιν επάτησε
ῥητόρων την γνώσιν καταπτύσασα.

Μεγαλυνάριο της Αγίας Αικατερίνης
Έχει το σον πνεύμα ο ουρανός,
σώμα δε Θείον τεθησαύρισται εν Σινά,
αίμα μαρτυρίου εν Αλεξανδρουπόλει,
σοφή Αικατερίνα σκέπε τούς δούλους σου.

πηγές http://www.vimaorthodoxias.gr, http://www.romiosini.org.gr

Μεταξύ των ενδόξων μεγαλομαρτύρων τής χριστιανικής Πίστης διακεκριμένη θέση κατέχει η νύμφη τού Χριστού, Αικατερίνα, η πολιούχος τού θεοβάδιστου Όρους Σινά. Η Αγία Αικατερίνη ή Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας, γνωστή και ως Μεγαλομάρτυς Αγία Αικατερίνη και κατά τους υμνολόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας Αικατερίνα, πιστεύεται ότι υπήρξε σημαντική στοχάστρια κατά τον πρώιμο 4ο αιώνα. Η εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη της στις 25 Νοεμβρίου.

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην πόλη τής Αλεξάνδρειας το 294 μ.Χ. από ειδωλολατρική οικογένεια και πήρε το όνομα Δωροθέα. Έζησε την εποχή τού ασεβούς και χριστιανομάχου βασιλέως Μαξεντίου ή του Μαξιμίνου Β’, απόλυτου άρχοντα της Αιγύπτου. Είχε αριστοκρατική καταγωγή, καθώς ήταν κόρη τού βασιλέως Κώνστα ή Κέστου. Ήταν αξιοζήλευτη ως προς την ομορφιά, την ευγένεια, τη μόρφωση, τον πλούτο. Από μικρή έτυχε μεγάλης μόρφωσης και ήταν κάτοχος της λατινικής γλώσσας και της ελληνικής φιλολογίας, ενώ γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες τής εποχής της. Σπούδασε στις εθνικές σχολές τής εποχής Φιλοσοφία, Ρητορική, Ποίηση, Μουσική, Μαθηματικά, Αστρονομία και Ιατρική. Μελέτησε τον Όμηρο, τον Βιργίλιο, τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, αλλά και τις μεθόδους και τις θεωρίες των ιατρών Ασκληπιού, Γαληνού και Ιπποκράτη. Από νεαρή ηλικία προσελκύσθηκε από τη χριστιανική διδασκαλία, την οποία μελέτησε, και, αφού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό, εργάσθηκε με έντονη δράση και ενθουσιασμό για τη διάδοσή του, επιτυγχάνοντας πολλά χάριν τής ρητορικής της δεινότητας και των πολλών γνώσεών της.

Tο απαράμιλλο σωματικό της κάλλος, η εκπληκτική της μόρφωση, η αριστοκρατική της καταγωγή και η αρετή με τη οποία ήταν στολισμένη, την έκαναν περιζήτητη νύφη. Αυτή όμως αρνιόταν κάθε παρόμοια πρόταση. «…Και πολλοί πλουσιότατοι άρχοντες της Συγκλήτου ζήτησαν να συμπεθερεύσουν με τη μητέρα τής Αικατερίνης, η οποία ήταν κρυφά Χριστιανή και δεν το εκδήλωνε εξαιτίας τού μεγάλου διωγμού που κίνησε τον καιρό εκείνο εναντίον των πιστών ο Μαξέντιος. Οι συγγενείς, λοιπόν και η μητέρα της τη συμβούλευαν να παντρευτεί, για να μην πάει η βασιλεία τού πατέρα της σε ξένο άνθρωπο και αποξενωθούν τελείως από αυτήν. Η Αικατερίνη, όμως, αγαπούσε την παρθενία πολύ ως φιλόσοφος και, προφασιζόμενη διάφορες αιτίες, έλεγε ότι δεν συμφωνούσε καθόλου να παντρευτεί.

Από την πηγή: «Περιγραφή Ιερά του Αγίου και Θεοβάδιστου Όρους Σινά», που περιέχει στοιχεία για την Αγία Αικατερίνη, παραθέτουμε τον εξής διάλογο και το ενύπνιο, που αφορά στην πνευματική της αναγέννηση.

«-Βρείτε μου έναν νέο που να είναι όμοιός μου στα τέσσερα Χαρίσματα που ομολογείτε πως υπερέχω από τις άλλες κοπέλες, και τότε θα τον πάρω για σύζυγό μου, διότι δεν καταδέχομαι να πάρω κάποιον αναξιότερό μου. Ερευνήστε λοιπόν παντού αν υπάρχει κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία και στην ωραιότητα. Και αν του λείπει και ένα από αυτά τα Χαρίσματα, δεν μου είναι άξιος.

Και αυτοί, γνωρίζοντας ότι ήταν αδύνατον να βρεθεί τέτοιος άνθρωπος, αποκρίθηκαν ότι ο γιος τού βασιλιά τής Ρώμης και κάποιοι άλλοι ευγενείς και πλουσιότεροι από αυτήν μόνο στη σοφία και την ωραιότητα δεν της έμοιαζαν. Και εκείνη έλεγε ότι δεν καταδεχόταν να πάρει για σύζυγο κάποιον κατώτερό της.

Η μητέρα της είχε ως Πνευματικό της έναν αγιότατο άνθρωπο, που κατοικούσε έξω από την πόλη, κρυμμένος. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν σε αυτόν να συμβουλευθούν. Ο ασκητής, βλέποντας την ευταξία τής κόρης και ακούγοντας τα γνωστικά και μέτρια λόγια της, έβαλε στον νου του να την οδηγήσει προς την επίγνωση του Ουράνιου Βασιλιά Χριστού. Της λέει, λοιπόν:

-Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, ο οποίος σε υπερβαίνει ασύγκριτα σε όλα τα Χαρίσματα που είπες και σε άλλα αμέτρητα. Η ωραιότητά του υπερνικά σε λάμψη τον Ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα αισθητά και νοητά κτίσματα, ο πλούτος των θησαυρών του μοιράζεται σε όλον τον κόσμο και ποτέ δεν λιγοστεύει, αλλά, καθώς διαδίδεται, αυξάνεται. Η ευγένειά του είναι απερίγραπτη και ανεκλάλητη.

Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντας ο ασκητής, νόμισε η κόρη ότι έλεγε για κάποιον επίγειο άρχοντα, για αυτό άλλαξε γνώμη και ρωτούσε λεπτομέρειες, αν ήταν αληθινά όλα τα εγκώμια και οι τόσοι έπαινοι που είπε προς αυτήν για τον άνθρωπο εκείνο. Εκείνος βεβαίωνε όσα είπε και διηγούταν και τις υπόλοιπες χάρες του. Τότε τού λέει η κόρη:

-Τίνος γιος είναι αυτός που τόσο επαινείς;

Και ο ασκητής τής αποκρίθηκε:

-Αυτός δεν έχει πατέρα πάνω στη γη, αλλά γεννήθηκε απερίγραπτα και υπερφυσικά από μια ευγενέστατη Υπεραγία και Χαριτωμένη Παρθένο, η οποία αξιώθηκε για την υπερβολική της αγιότητα να μείνει αθάνατη στην ψυχή και το σώμα, αναλαμβανόμενη υπεράνω των ουρανών και προσκυνείται από όλους τους αγίους αγγέλους ως βασίλισσα όλης τής κτίσεως. Αυτή είναι η Αειπάρθενος Μητέρα εκείνου για τον οποίο σου είπα τέτοια θαυμάσια πράγματα. Πάρ’ την, λοιπόν, στο σπίτι σου και κλείνοντας την πόρτα τού δωματίου σου κάνε ολονύκτια προσευχή με ευλάβεια προς αυτήν, η οποία ονομάζεται Μαρία και παρακάλεσέ την να καταδεχτεί να δείξει σε εσένα τον Υιό της και ελπίζω ότι, αν προσευχηθείς με πίστη, θα σε υπακούσει να δεις εκείνον που ποθεί η ψυχή σου.

Τότε η κόρη, παίρνοντας την ιερή εικόνα, έφυγε για το παλάτι και τη νύκτα κλείστηκε μόνη στην κάμαρα και προσευχόταν, όπως τής είχε εξηγήσει ο γέροντας. Έτσι, λοιπόν, καθώς προσευχόταν, από τον κόπο την πήρε ο ύπνος και βλέπει στο όραμά της τη Βασίλισσα των αγγέλων, όπως ήταν ζωγραφισμένη με το Άγιο Βρέφος, το Οποίο ακτινοβολούσε πιο πολύ από τον Ήλιο, όμως έστρεφε το πρόσωπό Του προς τη Μητέρα Του. Για αυτό, η κόρη έβλεπε μόνο την πλάτη Του. Και, επιθυμώντας να Το δει και στο πρόσωπο, πήγε από το άλλο μέρος. Ο Χριστός, όμως, έστρεφε και πάλι το πρόσωπό Του από την άλλη μεριά. Όταν αυτό έγινε τρεις φορές, ακούει την Παναγία να Του λέει:

-Δες τέκνο μου τη δούλη Σου Αικατερίνη πόσο ωραία και πάγκαλος είναι.

Και Εκείνος αποκρίθηκε:

-Είναι μάλιστα τόσο σκοτεινή και άσχημη, που δεν μπορώ να τη βλέπω.

Θαυμάζοντας για αυτήν την οπτασία έφυγε το πρωί με λίγες γυναίκες και πήγε στο κελί τού γέροντα και πέφτοντας με δάκρυα στα πόδια του, του διηγήθηκε το όραμα και τον παρακαλούσε θερμά να τη νουθετήσει τι να πράξει, για να απολαύσει αυτό που ποθεί. Και ο όσιος της διηγήθηκε λεπτομερώς όλα τα μυστήρια της αληθινής μας Πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία τού κόσμου και την πλάση τού Αδάμ μέχρι και τη Δευτέρα Παρουσία τού Δεσπότου Χριστού. Και για την απερίγραπτη δόξα τού Παραδείσου και για τη γεμάτη ωδίνες και ατελείωτη Κόλαση. Και την κατήχησε σε τέτοιο βαθμό, που γνώριζε σε λίγο διάστημα όλες τις λεπτομέρειες της Πίστεως, επειδή γνώριζε Γράμματα και είχε μεγάλη σοφία. Έτσι, πιστεύοντας με όλη της την καρδιά, έλαβε από αυτόν το Άγιο Βάπτισμα. Μετά τής παρήγγειλε να παρακαλέσει και πάλι με πόθο την Υπεραγία Θεοτόκο για να της εμφανιστεί όπως και πριν. Αφού, λοιπόν, με το Βάπτισμα απέβαλε τον «παλαιό» άνθρωπο και ενδύθηκε αδιάφθορη στολή, επέστρεψε στα ανάκτορα και όλη τη νύκτα παρακαλούσε νηστική και προσευχόταν με δάκρυα, μέχρι που και πάλι την έπιασε ο ύπνος. Και τότε βλέπει την ουράνια Βασίλισσα με το Θείο Βρέφος, το Οποίο έβλεπε την Αικατερίνη με πολλή ευσπλαχνία και ιλαρότητα. Και η μεν Θεομήτωρ ρώτησε τον Δεσπότη αν Του είναι αρεστή η Παρθένος, ο δε Υιός αποκρίθηκε:

-Τώρα έγινε ολόλαμπρη και ένδοξη, αυτή που πριν ήταν σκοτεινή και άχαρη· η φτωχή και άγνωστη έγινε πλούσια και πάνσοφη· η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και φημισμένη και είναι πλήρης με τόσα αγαθά και χάριτες και τόσο την επιθυμώ, που συμφωνώ να τη μνηστευθώ και να την πάρω για άφθορη νύφη μου.

Σύμφωνα με την Παράδοση και τα Συναξάρια τής Αγίας Αικατερίνης, κατά τη διάρκεια των διωγμών τού Αυτοκράτορα Μαξιμίνου, στις αρχές τού 4ου αιώνα, σε ηλικία 18 ετών, ομολόγησε την πίστη της στον Ιησού Χριστό και δημοσίως κατηγόρησε τον Αυτοκράτορα για τις θυσίες του προς τα είδωλα. Εκείνος ανέθεσε σε πενήντα ή, κατ’ άλλους, σε εκατόν πενήντα περίφημους ρήτορες (ο αριθμός εξ αντιθέτου χαρακτηρίζει τη ρητορική δεινότητα της Αγίας), προκειμένου, συζητώντας μαζί της να της αποδείξουν το αβάσιμο και στρεβλό των ιδεών (δοξασιών) της. Αποτέλεσμα, όμως, υπήρξε το αντίθετο. Ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος ήλθε από τον ουρανό και της είπε: «μη φοβού η παις τού Κυρίου. Ιδού γαρ ο Κύριος θέλει δώση σοι σοφίαν εις την σοφίαν σου, να νικήσης τους ρήτορας. Και ου μόνον αυτοί, αλλά και πολλοί να πιστεύσωσι δια σου, και να λάβετε πάντες τού Μαρτυρίου τον στέφανον».

Πράγματι, η Αικατερίνη με την κομψότητα του λόγου της και των επιχειρημάτων της «εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του πνεύματος την μαχαίραν» (σύμφωνα με το Απολυτίκιο της Αγίας). Έχουσα μελετήσει σε βάθος το έργο τού μεγάλου Έλληνα ποιητή, του Ομήρου, αναφέρεται στους στοχασμούς και τις δοξασίες του. Ο Όμηρος αναφέρει, για τον μέγιστο Θεό Δία πως είναι ψεύτης, απατεώνας και πανούργος και πως ήθελαν να δέσουν αυτόν η Ήρα, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, αν δεν έφευγε να κρυφθεί. Ομοίως, γράφει και άλλα παρόμοια προς καταφρόνηση των Θεών αυτών. Επιπλέον, η Αγία Αικατερίνη αναφέρει και τη θέση τής σοφής Σίβυλλας, που μαρτυρεί την ένθεη σάρκωση και τη σωτήρια Σταύρωση. Ο Θεός είναι αληθής, δημιουργός ουρανού και γης και θαλάσσης, ηλίου και σελήνης, και παντός ανθρωπίνου γένους, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος και άρρητος.

Αλλά ακόμη και τα σοφά της επιχειρήματα, με την πειστική ανάπτυξη των ιδεών της, κατάφεραν να προσηλυτίσουν αυτούς οι οποίοι τελικά ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό. Όταν ο Αυτοκράτορας έμαθε το αποτέλεσμα, οργίσθηκε τόσο που διέταξε την θανατική καταδίκη όλων στην πυρά στο μέσον τής πόλης, τη δε Αικατερίνη σε μαρτύρια μέχρι θανάτου. Η Αγία βασανίσθηκε σκληρά, αλλά αντί να καμφθεί το ηθικό της, κατόρθωσε με το ένθεο παράδειγμά της να προσελκύσει στη χριστιανική Πίστη τη σύζυγο του Αυτοκράτορα, Φαυστίνα, η οποία θαύμασε τις αρετές και την καρτερικότητά της, γνώρισε την Αγία και την αγάπησε. Όταν, λοιπόν, έλειπε ο σύζυγός της από την πόλη, ζήτησε να την επισκεφθεί με συνοδεία 200 στρατιωτών υπό τον Φρούραρχο Πορφυρίωνα ή Πορφύριο, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, λέγοντας σε αυτόν:

«-Την περασμένη νύχτα είδα σε όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε, με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σού στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρεις έναν τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.»

«-Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα», απάντησε ο Πορφυρίων.

Όταν νύχτωσε, λοιπόν, πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα.

Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα και εκείνος τους άνοιξε την πόρτα τής φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια τής Μάρτυρος, λέγοντας:

«-Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν’ ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα και αν στερηθώ τη ζωή και τη βασιλεία μου, δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα».

«-Κι’ εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρεις, αφού υπομείνεις μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσεις αιώνια», της απάντησε η Αγία Αικατερίνη.

«-Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός και απάνθρωπος», της είπε η Φαυστίνα.

«-Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνει στη δύσκολη ώρα τού μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέσει το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια», της αποκρίθηκε εκείνη.

Ενώ οι δύο γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:

«-Τι χαρίζει ο Χριστός σε όσους πιστεύουν; Θέλω και εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του».

«-Δεν διάβασες ποτέ καμιά Γραφή των Χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε για αυτά;»

«-Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ’ αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει για αλλά πράγματα. «Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθεί τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον Αγαπούν και τηρούν τις εντολές του», τού απάντησε η Αγία.

Τότε η Θεία Χάρη γέμισε την καρδιά τού Πορφυρίωνα. Πίστεψε με όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και, αφού πήραν όλοι δύναμη από τη Μεγαλομάρτυρα, έφυγαν.

Όταν το έμαθε ο Αυτοκράτορας, οργίστηκε και διέταξε τον αποκεφαλισμό τής Φαυστίνας και της ακολουθίας της και την τελική πλέον εκτέλεση της Αγίας. Μέσο θανάτωσης ήταν ο «βασανιστικός τροχός», που έμοιαζε με τροχό, η περιφέρεια του οποίου έφερε καρφιά (ήλους), που ετίθετο σε κίνηση με σχοινιά και τροχαλίες, πλησιάζοντας αργά το ιστάμενα δεμένο σώμα τού καταδίκου) με συνέπεια τις αρχικές εκδορές μέχρι διαμελισμού. Ο θρύλος στο σημείο αυτό αναφέρει πως τα καρφιά τού τροχού, όταν πλησίασαν το σώμα τής Αγίας αυτά ένα-ένα απόσπονταν ή θραύονταν. Κατ’ άλλο θρύλο, ο εν λόγω τροχός, πριν πλησιάσει το σώμα τής Αγίας, διαλύθηκε «στα εξ ων συνετέθη». Έτσι και αποφασίσθηκε τελικά ο αποκεφαλισμός τής Αγίας.

Αξιοζήλευτο δώρο τού Θεού στην ιερά Μονή Σινά αποτελούν τα Ιερά Λείψανα της αγίας Αικατερίνης, τα οποία βρέθηκαν στο Παρεκκλήσιο της κορυφής τού όρους, που φέρει σήμερα το όνομά της. Ο τόπος, όπου ανακαλύφθηκε το Άγιο Λείψανο, είναι ακριβώς κάτω από την Αγία Τράπεζα. Δίπλα στο Παρεκκλήσιο υπάρχουν δύο δωμάτια για τους προσκυ-νητές. Η θέα από εδώ είναι θαυμάσια. Ο προσκυνητής μπορεί να δει την Ερυθρά Θάλασσα νοτίως, και τον Κόλπο τού Εϊλάτ ανατολικά.

Το μύρο, που ανάβλυζε και ακόμη αναβλύζει από τη Αγία Κάρα τής αγίας, είναι ένα συνεχές θαύμα. Η ευλάβεια προς την Αγία Αικατερίνη και το όνομά της διαδόθηκε στη Δύση από τους Σταυροφόρους, και από τον 11ο αιώνα και μετά η Μονή τού Θεοβάδιστου Όρους Σινά άρχισε να γίνεται γνωστή και ως Μονή τής Αγίας Αικατερίνης.

Η μαρμάρινη Λάρνακα, στην οποία φυλάσσεται σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας Αικατερίνης, ευρίσκεται στη νότια πλευρά τού Αγίου Βήματος του Καθολικού. Είναι έργο που συνέθεσε ο λιθοξόος και Σκευοφύλακας της Μονής Προκόπιος, αξιοποιώντας παλαιοχριστιανικά θωράκια. Όλοι οι προσκυνητές έχουν τη δυνατότητα να προσκυνήσουν τα τίμια λείψανα της Αγίας μετά το πέρας των ιερών Ακολουθιών. Τότε τα τίμια λείψανα εκτίθενται για προσκύνηση και δίδεται σε κάθε προσκυνητή ως ευλογία αργυρό ομοίωμα του δακτυλιδιού τής Αγίας. Το δακτυλίδι αυτό συμβολίζει τον πνευματικό αρραβώνα τής Αγίας με τον Χριστό (βλ. «ιερό γάμο») και τον σύνδεσμο κάθε προσκυνητή με τη Μονή· θεωρείται δε μεγάλο φυλακτό, το οποίο οι προσκυνητές συνήθως φορούν δια βίου.

Ιερά λείψανα, όμως, τής Αγίας Αικατερίνης τής Μεγαλομάρτυρος φέρονται να επιδεικνύονται από τα μέσα τού 11ου αιώνα και στη νορμανδική πόλη Ρουάν, όπου, κατά τους Ρωμαιοκαθολικούς, τα έφερε εκεί περί το 1027 ο ερημίτης μοναχός Συμεών.